Γρήγορη Ενημέρωση



Νέα διοίκηση του συλλόγου ΦΙΛΟΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΝΑΜΑΤΙΑΝΩΝ Ο "ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ" με εκλεγέντα Πρόεδρο τον Αχιλλέα Τσιάρα
περισσότερα


Εκκίνηση 12ου Ορεινού Αγώνα Ναμάτων (11.8.2019)
περισσότερα

Στις 9.30 η εκκίνηση του 12ου Ορεινού αγώνα Ναμάτων με πληθώρα προσέλευση αθλητών από όλη την Ελλάδα......
περισσότερα

Αλλαγή σκυτάλης στην Προεδρία της Κοινότητας Ναμάτων με τον Κο Γιώργο Χαλδούπη στο τιμόνι
περισσότερα


                          

Respect

Σε όλους αυτούς που με τα έργα και τις πράξεις τους προσφέρουν σ αυτόν τον τόπο ........

περισσότερα


12ος Ορεινός Αγώνας Ναμάτων (11.8.2019)

Ο Δήμος Βοΐου-Δημοτική Ενότητα Ασκίου-Τοπική Κοινότητα Ναμάτων και η Φιλοπροοδευτική Ένωση Ναμάτων "Ο Άγιος Νικόλαος", διοργανώνουν.....
περισσότερα


Μετά από 5 σχεδόν χρόνια το νερό ξανάτρεξε άφθονο στο πηγάδι της Πλάκας.

Με συντονισμένες ενέργειες του κοινοτάρχη και του Δήμου Βοΐου αποκαταστάθηκε .........


περισσότερα



Βιβλιοπαρουσίαση
"Ναματιανές ντοπιολαλιές και δοξασίες στα Νάματα Βοΐου - Κοζάνης" στα πλαίσια των γιορτών Πέλεκον της Αναστασίας Παπαθωμά
περισσότερα


Ισοψηφία για τους δύο υποψήφιους προέδρους της κοινότητας Ναμάτων. Μοιράστηκαν ψήφους ενώ υπήρξαν......
περισσότερα


Δύο υποψηφιότητες για την Προεδρία της Κοινότητας
Ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες για...
περισσότερα


Άλμπουμ 9
2019 Φώτο άλμπουμ Κοπή Βασιλόπιτας στην κοινότητα Ναμάτων

Από το βιβλίο του ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Δ. ΠΑΠΑΘΩΜΑ  &  ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ Δ. ΠΑΠΑΘΩΜΑ-ΠΗΛΙΟΥΡΗ
Ἡ ἱστορία τοῦ χωριοῦ μου σχετίζεται μέ τήν καταστροφή τοῦ Σισανίου. Αὐτή συνέβη μεταξύ τοῦ 1534-1692 γιά ἀντίποινα κατά τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν, γιατί εἶχε καταστραφεῖ ἡ τούρκικη ἁρμάδα, στήν περίφημη ναυμαχία τῆς Ναυπάκτου τό 1571, ὁπότε ἀκολούθησαν τρομερές σφαγές στήν Μακεδονία ἀπό αὐτούς πού ἦταν ἐγκατεστημένοι κονιάροι στόν κάμπο τῆς Πτολεμαΐδας (Καϊλάρια). Σάν ἀποτέλεσμα τῆς καταστροφῆς αὐτῆς ἦταν νά δημιουργηθεῖ τό χωριό μου, Νάματα, ἕνα ὄμορφο χωριό χτισμένο στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ Συνιάτσικου (ὄρος Ἄσκιο).
Ἡ παλαιά τους ὀνομασία ἦταν Πιπιλίστσα. Ἀπό τό 1928 καί μετά πῆρε τήν ὀνομασία Νάματα, ἐξαιτίας τῶν πολλῶν πηγῶν καί τῶν ἄφθονων νερῶν. Ἔτσι τό χωριό τήν Ἄνοιξη καί τό Καλοκαίρι εἶναι καταπράσινο καί φαντάζει σάν ξωτική νεράϊδα τοῦ παραμυθιοῦ. Ἡ δύση τοῦ ἥλιου δημιουργεῖ κάτι τό φανταστικό, ἀλλά καί οἱ ἀνατολές του γεμίζουν ἐλπίδα· εἶναι ἀνατολές γεμάτες φῶς. Μά καί τό χειμῶνα, ὅταν ντύνεται στά λευκά, φέρνει στή μνήμη τή νυφοῦλα τοῦ παραμυθιοῦ, πού νοσταλγοῦσε τό πριγκηπόπουλο. Ἡ ὡραία τοποθεσία του προσδίδει στό χωριό ἕνα μεγαλεῖο καί ἡ ὀμορφιά του ἀντανακλᾶ στό χρόνο ἀσημένιες ἀνταύγειες. Ὅ,τι κι ἄν ποῦμε εἶναι ἀδύνατο νά παρουσιάσουμε πιστή τήν εἰκόνα τῆς πραγματικότητας. Μονάχα ἡ προσωπική ἐμπειρία μπορεῖ νά ἀποδώσει τήν ἀληθινή εἰκόνα τῆς γραφικῆς θέσης ἀναλλοίωτη μακριά ἀπό κάθε περιγραφή.
Τά Νάματα ἀνήκουν στήν ἐπαρχία Βοΐου τοῦ νομοῦ Κοζάνης. Συνδέεται μέ τό Σισάνι μέ αὐτοκινητόδρομο καί τή Βλάστη μέ ἕνα μικρό μοναπάτι, πού μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἔγινε στράτα (φαρδύ μονοπάτι), ἀνάμεσα σέ κρυστάλλινες πηγές καί πυκνά δάση ὀξυᾶς. Τή στράτα αὐτή τήν περνᾶμε καί σήμερα, γιά νά αἰσθανθοῦμε ἀπό κοντά τό μεγαλεῖο τῆς φύσης. Ὅλοι μας δοκιμάσαμε μιά εὐχάριστη συγκίνηση, μιά ἀνάσα βουνίσιου ἀέρα, μιά νοσταλγική νότα ὀμορφιᾶς, ὅταν περνούσαμε ἀνάμεσα ἀπό τίς ὀξυές, λυγαριές, καστανιές, λεπτοκαρυές, κερασιές, κορομηλιές, καί ἀπό τά νερά τῆς μικρῆς κοιλάδας. Τό θέαμα εἶναι εὐχάριστο, ἑλκυστικό, παραμυθένιο.
Τό χωριό μου ἔλαβε ἐνεργό δράση στίς ἀρχές τοῦ αἰώνα στόν Μακεδονικό Ἀγῶνα (1904-1908), στούς δύο Βαλκανικούς πολέμους (1912-13), πού συνετέλεσαν καί στήν ἀπελευθέρωσή του, καί ἔστειλε παιδιά του στόν Μικρασιατικό ἀγῶνα (1921-22). Παντοῦ, σέ ὅλους τούς ἀγῶνες τοῦ ἔθνους δέν ἔμενε πίσω. Κατά τήν περίοδο τῶν δύο πολέμων (1940-1949) δέχτηκε μεγάλες καταστροφές. Οἱ πρῶτες καταστροφές ἄρχισαν τό 1941 μέ τήν εἰσβολή τῶν Γερμανῶν. Τό μίσος καί ἡ ἀγανάκτηση πού ἔτρεφαν ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων φάνηκε ἀπό τίς πρῶτες μέρες πού πάτησαν τό πόδι τους στό χωριό μου. Συγκέντρωσαν τά γυναικόπαιδα στήν πλατεία τοῦ χωριοῦ μέ ἀπειλές καί ἀγριάδες καί ἄρχισαν νά καῖνε τά σπίτια. Τὄκαψαν δύο φορές. Οἱ καταστροφές συνεχίστηκαν ἀπό τούς βομβαρδισμούς τῶν Ἰταλῶν, πού ἦρθαν στό χωριό τήν ἴδια περίοδο μέ τούς Γερμανούς.
Ἡ καταστροφή καί ἡ διάλυσή του, ὅμως, ὁλοκληρώθηκε μέ τόν Ἐμφύλιο πόλεμο. Τό ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν τῶν καταστροφῶν ἦταν νά φύγουν οἱ κάτοικοι γιά δύο χρόνια καί ἔτσι τό χωριό ἔγινε ἀκατοίκητο ὀροπέδιο καί ἡ πυκνή δασώδης περιοχή τό ἀσφαλέστερο κρυσφήγετο γιά τούς φυγάδες. Ἡ πυκνή περιοχή ἀπαρτιζόταν ἀπό πανύψηλα δένδρα ἀπό βελανιδιές, ὀξυές, λεπτοκαρυές, καστανιές, φλαμουριές καί ἀπό πολλά ἄγρια ὀπωροφόρα δένδρα, ὅπως μηλιές, ἀπιδιές (ἀγρογκορτσιές), καρυδιές, δαμασκηνιές, κερασιές καί ἄλλα. Ὅλα αὐτά ἔγιναν τό προγεφύρωμα γιά τήν διαφυγή τῶν κατοίκων σέ ἄλλες κατοικημένες περιοχές. Ἔτσι τό χωριό ἐρημώθηκε. Τό ζωηρό ὅμως ἐνδιαφέρον, ἡ ἀγάπη καί ὁ πόθος τῶν χωριανῶν ἄρχισε νά ζωντανεύει μέσα στίς καρδιές τους, παρόλες τίς ἄσχημες ἐμπειρίες τοῦ πολέμου καί ἀποτέλεσαν τά κίνητρα γιά νά ἐπιστρέψουν στόν τόπο, ὅπου εἶχαν γεννηθεῖ καί μεγαλώσει. Ἔτσι τό χωριό ἀπό τό 1950 καί μετά ἄρχισε ξανά νά ἀναπνέει.
Ἡ ὀρεινή γῆ δέν ἐπέτρεπε στούς κατοίκους νά ἀσχοληθοῦν μέ ἄλλη ἐργασία παρά μονάχα λίγο μέ τή γεωργία καί περισσότερο μέ τήν κτηνοτροφία. Αὐτή ἡ ὑποαπασχόληση δέν ἔφερε τήν παλαιά αἴγλη στό χωριό, ἀλλά ἀνάγκασε τούς χωριανούς νά μεταναστέψουν. Ἔτσι ἀπό τό 1966 καί μετά τό χωριό εἶχε τήν παλαιά ζωντάνια καί ζωή μόνο τό καλοκαίρι, ἐνῶ τόν χειμῶνα τό μάστιζε ἡ παγωνιά, ἡ ἐρημιά καί ἡ σιωπή. Ἡ κτηνοτροφία, ἐπειδή κατέληξε νά εἶναι ἡ μόνη ἀπασχόληση, διατηροῦσε ἀκόμα τήν ἀκμή της. Ὑπῆρχαν 40.000-50.000 γιδοπρόβατα, 120 κεφάλια ἀγελάδες καί πολλά ἄλογα καί μουλάρια. Οἱ κτηνοτρόφοι τότε ἀντιμετώπιζαν ἕνα σοβαρό πρόβλημα γιά τή βοσκή τῶν κοπαδιῶν τους, γιατί ὁ βοσκότοπος ἦταν ἀνεπαρκής στό χωριό, ἰδίως μετά τά μέσα τοῦ καλοκαιριοῦ. Γι’ αὐτό ἀναγκάζονταν νά νοικιάζουν βοσκοτόπια σέ ἄλλα μέρη, γιά νά πᾶνε τά κοπάδια τους. Ἔτσι, ὅσοι εἶχαν ἀπομείνει, ἔφευγαν ἀπό τό χωριό στά μέσα τοῦ Ἰουλίου καί πήγαιναν στήν Πρέσπα (Ντριάνα), στά Ὄντρια, στό Ντριάνοβο, στό Νεστόριο, στό Βέρμιο καί γύρω στό νομό Κοζάνης καί ὁπουδήποτε ἀλλοῦ νόμιζαν, ὅτι ἦταν κατάλληλο τό μέρος, γιά νά τροφοδοτήσουν μέ βοσκή τά κοπάδια τους. Ἡ μετακίνηση αὐτή τῶν κοπαδιῶν ὅμως ἦταν πολύ δύσκολη, γιατί γινόταν μέ τά πόδια καί τά ἄλογα. Καί ἀπό ἐκεῖ μετέφεραν στό χωριό μέ τά μουλάρια ἤ τά ἄλογα τά τυριά, τά μανούρια, τά κεφαλοτύρια, τόν μπάτζιο*, τά κασέρια καί τήν οὔρδα.
Τό ἴδιο δύσκολη ἦταν καί ἡ μεταφορά τῶν οἰκογενειῶν δύο φορές τό χρόνο, μιά τήν Ἄνοιξη καί μιά τό Φθινόπωρο, μιά γιά τά ψηλά βουνά (τό χωριό) καί μιά γιά τά χειμαδιά. Προτοῦ ξεκινήσουν γιά τά χειμαδιά ἤ τά ψηλά βουνά, οἱ κτηνοτρόφοι μαζεύονταν ὅλοι μαζί καί δημιουργοῦσαν τίς παρέες τους. Καί ἔτσι μαζί ξεκινοῦσαν. Τήν Ἄνοιξη ἔφευγαν ἀπό τόν κάμπο πρός τά ψηλά βουνά στά μέσα τοῦ Ἀπρίλη. Στό δρόμο, ὅπου νύχτωναν, ἔκαναν κονάκια (πρόχειρο καταυλισμό). Στά κονάκια οἱ τσομπάνηδες ἄρμεγαν τά γιδοπρόβατα, ἐνῶ τά ὑπόλοιπα ἄτομα ἔφτιαχναν τίς πουράβες (σκηνές) ἀπό μάλλινο πανί, σαΐσματα καί μαλλιῶτα, γιά νά κοιμηθοῦν τό βράδυ καί νά προφυλάξουν τά πράγματά τους καί τά διάφορα τρόφιμα πού εἶχαν μαζί τους. Μετά τό ἄρμεγμα, ὁ τσέλιγκας ἤ ὁ νοικοκύρης ἔφτιαχνε τό γάλα (τυρί, κεφαλοτύρι, μανούρι), τά φόρτωνε στά ἄλογα καί πήγαινε νά τά πουλήσει στά πιό κοντινά χωριά. Τήν ἄλλη μέρα τή χαραυγή μάζευαν τά πράγματά τους καί συνέχιζαν τό δρόμο γιά τό χωριό. Αὐτό γινόταν ὅσο διαρκοῦσε ἡ διαδρομή, περίπου ὀκτώ μέρες. Ἀφετηρία ἦταν ὁ Βόλος ἤ ὁ Τύρναβος ἤ τό Δαμάσι ἤ ἡ Μηλόγουστα (Μεσοχώρι), γιά ὅσους ἔμεναν στόν κάμπο τῆς Θεσσαλίας. Τό πρῶτο κονάκι ἦταν ἡ ἸτιάΣκόμπα (Δομένικο), μετά οἱ Πλακόπετρες (Ἐλασσόνας), μετά οἱ Γκορτσιές (Σαρανταπόρου), μετά οἱ Πόρτες (Σερβίων), μετά τά Παλιοράκια (Κοζάνης), μετά τό κονάκι τῆς Κακοῦς, μετά τό κονάκι τοῦ Μπεκρεβενίκου καί, τέλος, ἡ κατάληξη τό χωριό. Ἕνα ταξίδι ἀρκετά κουραστικό. Ὅμως, γιά νά μήν νοιώθουν κούραση κατά τή διάρκεια τῆς διαδρομῆς τραγουδοῦσαν διάφορα τραγούδια:

Πῆρεν ὁ Μάρτης δώδεκα κι ὁ Ἀπρίλης δέκα πέντε
βγαίνουν οἱ βλάχοι στά βουνά κι αὐτές οἱ βλαχοποῦλες
βγαίνουν καί τά βλαχόπουλα λαλώντας τίς φλογέρες.
* * *
Ρόδισε ἡ ἀνατολή καί ξημερώνει ἡ δύση
γλυκοχαράζουν τά βουνά κι ὁ αὐγερινός τραβιέται
πᾶν’ τά πουλάκια στή βοσκή κι οἱ λυγερές στή βρύση.
* * *
Τό λέν’ οἱ κοῦκοι στά βουνά κι οἱ πέρδικες στά πλάγια
τό λέει κι ὁ πετροκότσυφας στά κλέφτικα λημέρια.
Οἱ κλέφτες ἐσκορπίσανε καί γίνανε μπουλούκια.

Ἀλλά ὁ ἴδιος κόπος ἀπαιτεῖτο καί γιά τήν κάθοδό τους στά χειμαδιά.
Ἡ ζωή αὐτή ἦταν πολύ δύσκολη καί δημιουργοῦσε συνεχῶς προβλήματα. Ἦταν ἕνας ἀπό τούς βασικούς λόγους, πού μείωσε στά τελευταῖα χρόνια τήν κτηνοτροφία. Οἱ περισσότεροι κατέφευγαν στά κέντρα καί τίς μεγαλουπόλεις γιά ἐξεύρεση μιᾶς πιό ἄνετης καί ἀποδοτικώτερης δουλειᾶς. Ἔτσι, ἀφομοιώθηκαν στά ἐργοστάσια, στήν κατεργασία τῆς γούνας ἤ στήν δημιουργία ἰδιωτικῶν καταστημάτων. Σήμερα ἡ κτηνοτροφία ἔχει περιοριστεῖ στά 56 κοπάδια γιδοπρόβατα μέ πολύ ἀρνητικές συνθῆκες διατήρησης καί ἐπιβίωσής τους.
Τά Νάματα μέχρι πρίν ἀκριβῶς ἀπό 10 χρόνια (1975) φαινόταν ὅτι ἐξέπνεαν. Πολλοί βιάστηκαν νά πιστοποιήσουν τό θάνατό του καί νά ἀρχίσουν νά τό λυμαίνονται. Ἄν σήμερα ζεῖ, αὐτό ὀφείλεται στίς λιγοστές κτηνοτροφικές οἰκογένειες πού σάν ἁλυσίδα συνέδεσαν τήν παλαιά ζωή μέ τήν καινούργια, τό παρελθόν μέ τό μέλλον, μέ τό σήμερα. Ἡ Κοινότητα μέ πρόεδρο τό Μιχάλη Γκάνα καί συμπαραστάτες ὅλους τούς χωριανούς, ἔδωσε νέα πνοή καί νέα ὤθηση στήν ὄψη τοῦ χωριοῦ. Ἔγιναν δρόμοι, δημιουργήθηκε κεντρικό δίκτυο ὕδρευσης, ἦρθε ἠλεκτρικό ρεῦμα, ἐγκαταστάθηκαν τηλέφωνα, ἔγιναν διάφορα ἐξωραϊστικά ἔργα καί τό βασικώτερο οἰκοδομήθηκαν ἤ ἐπισκευάστηκαν 30 περίπου σπίτια, δίνοντας μιά νέα μορφή στό χωριό. Ἡ ἀνοικοδόμηση συνεχίζεται μέ γοργό ρυθμό. Οἱ Ναματιανοί προσπαθοῦν νά βρίσκωνται ὅσο τό δυνατόν περισσότερο πάνω στό χωριό. Ἔτσι, στούς πέντε θερινούς μῆνες τό χωριό σφύζει ἀπό ζωή τόσο πού παίρνει τήν ὄψη παραθεριστικοῦ χωριοῦ. Δέν χάνουν ὅμως καί τήν εὐκαιρία νά πᾶνε τίς διακοπές τῶν Χριστουγέννων, τῆς Ἀποκριᾶς ἤ τοῦ Πάσχα. Οἱ δεσμοί μας μέ τό χωριό συνεχῶς αὐξάνουν ἰδίως μέ μᾶς τά νεώτερα παιδιά, πού ἀνεβαίνουμε κάθε Ἄνοιξη μέ μιά ἐλπίδα καί φεύγουμε τό Φθινόπωρο μέ μιά ἀνάμνηση. Ὄμορφες οἱ στιγμές, ἀξέχαστες, νοσταλγικές, πού ἀγγίζουν τό ὄνειρο. Πόθος μας ἀκλόνητος εἶναι αὐτές οἱ ἐμπειρίες μας νά αὐξάνουν κάθε χρόνο καί νἆναι ὁ φάρος πού θά φωτίζει τό ἀνέβασμά μας κάθε φορά πού παίρνουμε τήν ἀνηφορική στράτα γιά τό χωριό μου Νάματα.