Γρήγορη Ενημέρωση


ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΧΕΣ.
Το Κοινοτικό Συμβούλιο Ναμάτων
η Εκκλησιαστική Επιτροπή Αγίου Νικολάου, και η ΦΙΛΟΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΝΑΜΑΤΙΑΝΩΝ Ο "ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ"
Εύχονται σε όλους τους συγχωριανούς........

περισσότερα


Μια νέα έκδοση από τις εκδόσεις "Ταξιδευτής" του συγχωριανού μας Δημήτρη Παράσχου. Η παρούσα μελέτη - έρευνα είναι αποτέλεσμα εικοσάχρο­νης και πλέον αναζήτησης για ένα θέμα που στις μέρες μας και μέσα στη δίνη της παγκοσμιοποίησης φαίνεται να μην έχει καμία απολύτως πρακτική σημασία.

περισσότερα



Νέα διοίκηση του συλλόγου ΦΙΛΟΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΝΑΜΑΤΙΑΝΩΝ Ο "ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ" με εκλεγέντα Πρόεδρο τον Αχιλλέα Τσιάρα
περισσότερα


Εκκίνηση 12ου Ορεινού Αγώνα Ναμάτων (11.8.2019)
περισσότερα

Στις 9.30 η εκκίνηση του 12ου Ορεινού αγώνα Ναμάτων με πληθώρα προσέλευση αθλητών από όλη την Ελλάδα......
περισσότερα

Αλλαγή σκυτάλης στην Προεδρία της Κοινότητας Ναμάτων με τον Κο Γιώργο Χαλδούπη στο τιμόνι
περισσότερα


                          

Respect

Σε όλους αυτούς που με τα έργα και τις πράξεις τους προσφέρουν σ αυτόν τον τόπο ........

περισσότερα


12ος Ορεινός Αγώνας Ναμάτων (11.8.2019)

Ο Δήμος Βοΐου-Δημοτική Ενότητα Ασκίου-Τοπική Κοινότητα Ναμάτων και η Φιλοπροοδευτική Ένωση Ναμάτων "Ο Άγιος Νικόλαος", διοργανώνουν.....
περισσότερα


Μετά από 5 σχεδόν χρόνια το νερό ξανάτρεξε άφθονο στο πηγάδι της Πλάκας.

Με συντονισμένες ενέργειες του κοινοτάρχη και του Δήμου Βοΐου αποκαταστάθηκε .........


περισσότερα



Βιβλιοπαρουσίαση
"Ναματιανές ντοπιολαλιές και δοξασίες στα Νάματα Βοΐου - Κοζάνης" στα πλαίσια των γιορτών Πέλεκον της Αναστασίας Παπαθωμά
περισσότερα


Στην ενότητα αυτή δημοσιεύονται όλα αυτά που κατα καιρούς μας στέλνετε και αφορούν την Κοινότητά μας

31/3/2020 

‘Εξελληνισμός’ των Βλάχων Ελλήνων Δωριέων;

αστεία πράγματα!
(του Γιάννη Τσιαμήτρου)

Στο παρόν σημείωμα έχω τη τιμή να σκιαγραφήσω τα όσα γράφει, στις σελίδες 25-37, ο Αρχιμ. Γρηγόριος Δημ. Παπαθωμάς στο βιβλίο, με τον τίτλο ‘Από Δωρικά Νάματα, τα Νάματα (Πιπιλίστσα) Ασκίου - Βοϊου Κοζάνης’ του ιδίου (ως συγγραφέα) και της Αναστασίας Δ. Παπαθωμά - Πήλιουρη, εκδόσεις Επέκταση, 2012.
Πρόκειται για ένα δοκίμιο, με τίτλο «Δωρικό Απαύγασμα (το χωριό ΝΑΜΑΤΑ στην αναζήτηση της απώτερης ιστορικής του ταυτότητας)», το οποίο θεωρώ ότι αποτελεί την πεμπτουσία του μέρους της εργασίας (ιστορικά στοιχεία του χωριού Νάματα) που του αναλογεί.
Ο συγγραφέας στην αρχή επισημαίνει ότι η ιστορία του μικρού ορεινού χωριού Νάματα ‘εγγράφεται στην ευρύτερη ιστορία της μαρτυρούμενης από την ελληνική Αρχαιότητα επαρχίας Βοϊου (Αρχαίας Ελίμειας) του σημερινού νομού Κοζάνης’. Κάνει μια συνοπτική περιγραφή της Καθόδου (λίγο πριν το 1200 π. Χ.) των Δωρικών φύλων στη νοτιο-βαλκανική, χωρίζοντάς την χονδρικά σε τρεις περιόδους: Πρώτα αυτά ανεβαίνουν μέσου του Αλιάκμονα προς τις οροπέδιες περιοχές της Ανατολικής Πίνδου, κατόπιν διακτινίζονται ως ομόκεντροι κύκλοι από τα ορεινά προς τα πεδινά του ελληνικού χώρου (ανατολικά, νότια, δυτικά και βόρεια) και τέλος (4ος π. Χ.) κατεβαίνουν, πανστρατιά, ως Μακεδόνες (Φίλιππος Β΄, Μέγας Αλέξανδρος), οι οποίοι ενοποιούν την Ελλάδα σε μια πολιτισμική οντότητα (το Κοινόν των Ελλήνων 337 π.Χ.). Εν τω μεταξύ, οι Δωριείς της Άνω (ορεινής) Ελλάδας είχαν διακριθεί σε τρεις ομάδες [Μακεδόνες, Μολοσσοί (Ηπειρώτες) και Αιτωλοί]. Οι Μακεδόνες ανήκαν στην ομάδα της Ανατολικής Πίνδου.
Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας κάνει μια μεγάλη παρένθεση, διατυπώνοντας την άποψη ότι οι Βλάχοι της Ελλάδας είναι Δωριείς δίγλωσσοι Έλληνες, οι οποίοι εκλατινίστηκαν γλωσσικά με τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Αναλύει, σύμφωνα με την άποψή του, την εξέλιξη της δημιουργίας της λαϊκής λατινικής γλώσσας (βλάχικα) στα Βαλκάνια και την ιστορική γένεση των Βλάχων (όχι βέβαια, τονίζει, εθνοφυλετική) κλπ, υπενθυμίζοντας - με νόημα και έμφαση - ότι ‘προηγούνται ιστορικά οι Δωριείς και έπονται οι Λατίνοι’. Γράφει δε χαρακτηριστικά:
«Συνεπώς, δεν μπορούμε να μιλάμε σήμερα για εξελληνισμό των Βλάχων (εξελληνισμό των…Δωριέων;, αστεία πράγματα), αλλά (να μιλάμε) για εκλατινισμό των Δωριέων!..., από τον εκλατινισμό των οποίων προέκυψε η διγλωσσία μιας μεγάλης ομάδας των Δωριέων της Μεσο-Βαλκανικής Χερσονήσου. Επομένως οι Βλάχοι των ελληνικών χωρών ‘εξ αρχής Έλληνες όντες’, μετέβαλαν μόνο ‘την φωνήν’ ή απέκτησαν ‘δευτέραν φωνήν’ κατά περίπτωση, ενώ τα ‘λοιπά των επιτηδευμάτων’ (σ.σ. έθιμα, τρόπος ζωής κλπ) έμειναν αμετάβλητα, δωρικά, ελληνικά, δια μέσου των ένδεκα αιώνων του ελληνικού, αλλά γλωσσικού λατινίζοντος, Βυζαντίου και των πέντε αιώνων της Οθωμανικής κυριαρχίας…».
Με τις στρατηγικές επιλογές των κατακτητών Ρωμαίων [στράτευση των ορεσίβιων και τραχέων Δωριέων στις ρωμαϊκές λεγεώνες με τις συνεπαγόμενες κοινωνιολογικές προεκτάσεις (κλήροι γης, προνόμια, δικαίωμα ρωμαίου πολίτη κλπ)] προέκυψαν, γράφει ο συγγραφέας, δυο γλωσσικές κατηγορίες Δωριέων: οι μονόγλωσσοι (ελληνόφωνοι) και οι δίγλωσσοι (ελληνόφωνοι-λατινόφωνοι) Δωριείς. Οι δεύτεροι, οι οποίοι αναπτύχθηκαν εκατέρωθεν της Εγνατίας οδού και στον ευρύτερο χώρο της Μεσο-Βαλκανικής, είναι οι σημερινοί Βλάχοι. Γράφει επίσης χαρακτηριστικά ότι: «Η διασωζόμενη μέχρι τις ημέρες μας βλάχικη γλώσσα συνιστά ένα νεοπαγές, πολύ μεταγενέστερο και παρεφθαρμένο από το χρόνο γλωσσικό λατινογενές ιδίωμα». Και αυτό εξηγείται, γιατί αυτοί δεν αναπτύχθηκαν εθνικά, αφού τα ήθη και τα έθιμα και ο τρόπος ζωής τους ήταν Δωρικά και παρόμοια με τους λοιπούς γόνους των Ελλήνων Δωριέων (στην περίπτωση του ελληνικού χώρου).
Ο συγγραφέας διερωτάται για ‘κάτι πολύ παράδοξο που συμβαίνει σήμερα’: Κάποιοι από τους σημερινούς δίγλωσσους Βλάχους δωριείς, που είναι (ευτυχώς) οι λιγότεροι, με έκδηλα στοιχεία επιστημονικής ανεντιμότητας και με σύγχυση λόγων και κινήτρων, απεμπολούν την ιστορική τους καταγωγή και προσπαθούν να αποδείξουν ότι δεν είναι Δωριείς, αλλά ένα φύλο τελείως ξεχωριστό και τελείως άλλο. Ωστόσο, σε αυτή τη διπλή παρανόηση (σκόπιμη χαλκευμένη ιστοριογραφία και φυλετική αλλοίωση που δημιουργούν ψευδή συλλογική συνείδηση), ο συγγραφέας προτάσσει την προσεκτική μελέτη της Ιστορίας και τη διαλεύκανση όλων των γκρίζων πτυχών αυτού του θέματος.
Στην ιστορική πραγματικότητα ότι οι Βλάχοι είναι ‘δωρικό ζωνάρι’ και όχι ‘δέντρο ξεριζωμένο’ αναφέρεται - γράφει ο συγγραφέας - και ο Βλάχος Θεσσαλός ιστορικός Κωνσταντίνος Κούμας (1777-1836), όταν είπε, σε ανύποπτο χρόνο και πολύ πριν από την έξαρση των βαλκανικών εθνοφυλετισμών του 19ου αι., ότι «οι Βλάχοι συμπεριφέρνονται αδελφικώς με τους Γραικούς, ως Γραικοί και δεν δείχνουν ούτε εκείνοι ούτε αυτοί καμμίαν εθνικήν διαφοράν, καθώς τω όντι είναι αμφότεροι μιας πατρίδος τέκνα και των αυτών προγόνων απόγονοι» (1932). Δείχνει μάλιστα να διαπιστώνει ότι ο Κούμας είναι αφοπλιστικά ειλικρινής ιστορικός και προσθέτει ότι, όσον αφορά την ιδεοεθνολογική ιστοριογραφία, υπάρχει έντονη επιλεκτική λειτουργία και ένα εκ των προτέρων (a priori) προεξοφλητικό αποτέλεσμα (σ.σ. από μερικούς), που βλάπτει την ιστορική πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα, η οποία, για να επιτευχθεί, χρειάζεται εμβάθυνση με προσεκτική και συγκριτική έρευνα (σαν σε μικροσκόπιο και σε φωτισμό με τεράστιο προβολέα). Εδώ ο συγγραφέας κλείνει την παρένθεση και συνεχίζει (παραθέτω αυτούσια αποσπάσματα από το κείμενό του):
«…Στο χωριό Νάματα (επαν)ήλθαν και κατοίκησαν οι απόγονοι της δωρικής ομάδας της δυτικής Πίνδου, των Μολοσσών (Ηπειρωτών), κυρίως της ευρείας Βορείου Ηπείρου (Γραμμοχώρια και Μοσχόπολη). Πρόκειται, δηλαδή, για μια επιστροφή στο λίκνο και στις εστίες των προγόνων μας, στον τόπο της αρχικής τους εγκατάστασης, στα υψίπεδα της αρχαίας Ελίμειας (Δυτική Μακεδονία-Βοîον)…». Παρακάτω συμπληρώνει: «…Για τον νεώτερο αυτόν ερχομό των κατοίκων στα Νάματα, άλλα ιστορούνται και άλλα μυθολογούνται. Ιστορία και προφορική Παράδοση διασώζουν μερικές φορές πολύ διαφορετικές μαρτυρίες, ακόμα και αντιφατικές. Ωστόσο, το κορυφαίο χαρακτηριστικό στοιχείο της καταγωγής και της σχέσης του χωριού μας με τα δρώμενα της αρχαίας αυτής εποχής είναι ο διασωζόμενος ατόφιος στις μέρες μας λιτός τελετουργικός Τρανός Χορός καθολικής συμμετοχής, ο οποίος, όπως συγκλίνει αστασίαστα η ιστορική έρευνα, είναι χορός δωρικός (χαρακτηριζόμενος από χορικό διάλογο αντιφωνικό (ομοφωνικό)]…». Και, μεταξύ άλλων πολύ σημαντικών πραγμάτων, καταλήγει: «…Έτσι, προκύπτει πως το χωριό μας, απαύγασμα (=αποτέλεσμα, ακτινοβολία) δωρικό, σχετίζεται ευθυτενώς με αυτό το καταξιωμένο ιστορικά αρχαίο ελληνικό φύλο, το οποίο φώλευε αθέατα 17 περίπου αιώνες στην Πίνδο, ο δε παλαιός πυρήνας του φωλεύει ακόμη εκεί…».
Κοντά στις εκφρασθείσες λογικές απορίες του συγγραφέα, συνηγορώ και προσθέτω και δικές μου απορίες: είναι δυνατόν να ‘εξελληνίζονται’ οι Έλληνες; Και επίσης: γιατί να υπάρχουν τα τελευταία 30-40 χρόνια: (α) τόση μεγάλη ‘βλαχολογία’ προς κάποιον διαφορετικό/έτερο δρόμο (ιστορία, γραπτή βλάχικη λογοτεχνία, γραπτή ενοποιημένη βλάχικη γλώσσα - από κάποιους - με επιστημονικούς όρους και αφηρημένες έννοιες, πράγμα που δεν υπήρχαν/υπάρχουν στα πολλά προφορικά βλάχικα ιδιώματα), (β) εργασίες για χαμένη βλαχοφωνία και χαμένη ‘βλάχικη ταυτότητα’ κάποιων χωριών, (γ) αναφορές για μια ‘δήθεν καταπίεση’ των Βλάχων στον τόπο μας, (δ) φιλικές συγκεντρώσεις (φωτογραφίες, παρέα, γλέντια, διαδίκτυο κλπ) δικών μας με απόγονους ρουμανισάντων που ζουν στο εξωτερικό κ. ά.; Μήπως άθελα τους ή ηθελημένα (δεν θέλω να το πιστεύω αυτό) μερικοί με εργασίες τους, μελέτες τους και δράση τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κλπ ‘ανοίγουν την όρεξη’ και ‘την πόρτα’ σε ονειροπόλους μειονοτικούς ή υποστηρικτές Περιφερειακών Λαών (βλέπε 2010 στη Μοσχόπολη) στη ΝΑ Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας);

Πελεκάνος, 23-6-2018
Γένεση και ανάδυση της ιστορικής ζωής στα Νάματα Κοζάνης
Αγαπητοί συντοπίτες Βοϊώτες, καλησπέρα σας,
Είμαι γειτόνισσα κοντοχωριανή, καταγόμενη από τα γειτονικά ορεσίβια Νάματα, την αλλοτινή Πιπιλίστσα. Ευχαριστώ τους οργανωτές από τα μύχια της καρδιάς μου για την πρόσκληση να συμμετάσχω στις ενιαύσιες Γιορτές Πέλεκον, και κυρίως την κ. Θεοδώρα Λειψιστινού, την οποία εκτιμώ για τον αυθορμητισμό του χαρακτήρα και το ήθος της και τη συγχαίρω για το αξιόλογο έργο προβολής της γενέθλιας γης και για τις δράσεις της.
Ευχαριστίες πολλές, επίσης, εκφράζω στους συγχωριανούς μου, για τη βοήθεια της συγκέντρωσης του φωτογραφικού υλικού από τα Νάματα, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται κάτω από τις φωτογραφίες τους.
Έχει σημασία στον λόγο συνάντησής μας να δούμε πώς αποτυπώνεται σε μνήμη και σε χαρτί το γίγνεσθαι του κάθε χωριού και της κάθε περιοχής. Αυτό δεν είναι κάτι που το ανακαλύπτουμε εμείς σήμερα. Μας το είπε ήδη ο Μακεδόνας φιλόσοφος Αριστοτέλης και δάσκαλος του Μ. Αλεξάνδρου, ως περίγραμμα, επειδή ο ίδιος πρώτος το είχε επισημάνει. Να πάρουμε, όμως, τα πράγματα με την σειρά.
Όταν δημιουργήθηκε η ρήξη της κοινωνίας ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, ο άνθρωπος ξεκίνησε μία δική του αυτόνομη πορεία, μία πορεία δυναμικής αυτονόμησης, η οποία τον κράτησε μακριά από τον Θεό. Είναι κάτι που εμείς το γνωρίζουμε ήδη περιγραφικά από την Παλαιά Διαθήκη. Ο άνθρωπος, δηλαδή, άρχισε να αναπτύσσει τη ζωή του μόνος του και μακριά από την κοινωνία του με τον Θεό.
Αυτά μας τα περιγράφει η Παλαιά Διαθήκη, και μάλιστα το πρώτο βιβλίο της Γενέσεως. Όταν άρχισε στη συνέχεια να αναπτύσσεται η ανθρωπότητα, παρατηρούμε κάτι το οποίο είναι πολύ εντυπωσιακό: Ότι η ανθρωπότητα αυτή κράτησε στη μνήμη της όλη αυτήν την ενθύμηση κοινωνίας με τον Θεό και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να την επανακτήσει. Είναι σαφές ότι ο άνθρωπος έκανε άπειρες προσπάθειες σε αυτήν την κατεύθυνση. Και ξεκίνησε από ένα επίπεδο αναζήτησης πολύ χαμηλό και στην συνέχεια άρχισε αυτό το επίπεδο σιγά-σιγά να διευρύνεται και να αναπτύσσεται.
Τι σημαίνει αυτό; Η πορεία αναζήτησης του Θεού εκ μέρους ολάκερης της ανθρωπότητας πέρασε από τέσσερα επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο αναζήτησης του Θεού περνά από αυτήν που εκδηλώνεται στην ανθρώπινη καθημερινότητα, από την Λαογραφία. Το δεύτερο επίπεδο αναζήτησης του Θεού περνά από την Ιστορία. Το τρίτο επίπεδο φανερώνεται με την Λογοτεχνία. Και το τέταρτο και ανώτατο επίπεδο καταλήγει και περνά μέσα από την Φιλοσοφία. Αυτήν την κλίμακα μας προβάλλει ο Αριστοτέλης.
Επίπεδα πολιτισμικής εξέλιξης και ανάπτυξης
1. Λαογραφία
2. Ιστορία
3. Λογοτεχνία
4. Φιλοσοφία
Πράγματι, εάν παρατηρήσουμε τους λαούς σε όλη την ανθρωπότητα – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – έχουν όλοι, μα όλοι, αναπτύξει Λαογραφία. Και μέσα στην λαογραφία τους ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με θέματα τα οποία δεν μπόρεσαν ποτέ να απαντήσουν και να κατακτήσουν. Μία τέτοια περίπτωση είναι το να εξηγήσουν την προέλευση του ανθρώπου, την δημιουργία του και την γέννησή του, και κυρίως να ερμηνεύσουν και να αντιμετωπίσουν στην συνέχεια τον θάνατο. Δηλ., με άλλα λόγια, την αρχή και το τέλος της ζωής. Γι’ αυτό και βλέπουμε ότι ο κύριος άξονας όλης της λαογραφικής παραγωγής που έχουμε σε όλους τους λαούς περιστρέφεται γύρω από αυτά τα δύο θέματα: την αρχή της ζωής (γέννηση) και το τέλος της ζωής (θάνατο), καθώς τα ενδιάμεσα περιγράφονται ευκολώτερα, γιατί σχετίζονται με την συμβατότητα της ζωής.
Μετά ακολουθεί ένα δεύτερο επίπεδο: η Ιστορία. Πράγματι, μόλις άρχισε η ανθρωπότητα να αναπτύσσεται, μη μπορώντας να ενατενίσει το μέλλον ή, ακόμη, και για να ενατενίσει το μέλλον, άρχισε σιγά-σιγά να καταγράφει το παρελθόν. Γι’ αυτό και μετά την Λαογραφία στην ανθρωπότητα εμφανίζεται η ανάπτυξη της Ιστοριογραφίας και της Ιστορίας. Αυτό σημαίνει ότι μόλις άρχισε η ανθρωπότητα να συνειδητοποιεί και οι ανθρώπινες κοινωνίες να αντιλαμβάνονται τι είναι και τι κάνουν, τότε άρχισαν να κάνουν καταγραφή γεγονότων που προηγήθηκαν από αυτούς, προσπαθώντας να αντλούν συμπεράσματα από το παρελθόν, για να ενατενίσουν το μέλλον. Συνεπώς, πολύ γρήγορα, μετά τη Λαογραφία, περάσαμε σε ένα δεύτερο ανώτερο δημιουργικά επίπεδο. Κάτι που δείχνει, ότι η ανθρωπότητα αρχίζει να ωριμάζει, να καλλιεργείται και να ψάχνει να βρει τρόπους διείσδυσης στα σκαιά μέρη και τα απόσκια της ιστορικής ζωής.
Ακολουθεί το τρίτο επίπεδο που είναι η Λογοτεχνία. Πριν περάσω, όμως, στην Λογοτεχνία, να επισημάνω το εξής: Όλοι οι λαοί, είτε είχαν ανεπτυγμένο είτε είχαν χαμηλό επίπεδο πολιτισμού, όλοι ανέπτυξαν λαογραφία. Μετά, μόνον κάποιοι από αυτούς που ήταν κάπως πιο ανεπτυγμένοι, και όχι όλοι, ανέπτυξαν Ιστορία και Ιστοριογραφία.
Το τρίτο επίπεδο, λοιπόν, το οποίο το βρίσκουμε σε ανώτερη βαθμίδα ανθρώπινου πολιτισμού, είναι η Λογοτεχνία. Η Λογοτεχνία είναι εκείνο το βήμα που κάνει η ανθρωπότητα μετά την Ιστορία, για να μπορέσει να εξηγήσει μερικά πράγματα, τα οποία δεν του παρέχει ως δεδομένα η Ιστορία. Με τις διάφορες μορφές Λογοτεχνίας ο άνθρωπος προσπαθεί να διεισδύσει μέσα στην κατάσταση, στην οποία βρίσκεται (για παράδειγμα την περιγραφική λογοτεχνία, η οποία προσιδιάζει με την ιστορία). Γι’ αυτό και κάνει το εξής: Προβάλλει μέσα στην Λογοτεχνία, εκτός από τα ιστορικά γεγονότα που παραθέτει, και θέματα αναζητήσεων, όπως είναι η ποίηση, οι νουβέλες και το φανταστικό είδος στη λογοτεχνία. Με αυτόν τον τρόπο, για να μην επιμηκύνουμε πολύ τον λόγο, ο άνθρωπος προχώρησε σε συνθέσεις, που αποτελούν το πορθμείο περάσματος στο επόμενο επίπεδο.
Έτσι, με αυτή την πολύμορφη αναζήτηση περνάει ο άνθρωπος στην Φιλοσοφία. Είναι το τέταρτο επίπεδο, στο οποίο ο άνθρωπος μπόρεσε επίσης να δημιουργήσει νέα πράγματα, να δημιουργήσει οραματισμούς και να διεισδύσει σε αυτούς. Όμως, η Φιλοσοφία χαρακτηρίζει ένα επίπεδο πολιτισμού και ένα επίπεδο λαού αρκετά ανεπτυγμένο. Όλοι οι λαοί, μηδενός εξαιρουμένου, ανέπτυξαν αυτό που βλέπουμε στο φολκλόρ, την Λαογραφία. Πολλοί λιγότεροι ανέπτυξαν Ιστορία και ακόμα πιο λίγοι Λογοτεχνία και βέβαια ακόμη λιγότεροι Φιλοσοφία. (Όπως για παράδειγμα Έλληνες, Λατίνοι, Κινέζοι).
Φτάνουμε, λοιπόν, στην Φιλοσοφία. Ο άνθρωπος μέσα από την Φιλοσοφία προσπάθησε να δώσει ερμηνεία στα γεγονότα, από πού προήλθε ο άνθρωπος και προς τα πού κατατείνει. Προσπάθησε να δώσει απαντήσεις για όλα τα φαινόμενα που τον περιέβαλαν. Αυτό ήταν η Φιλοσοφία: Ένας πόθος και μία προσπάθεια διείσδυσης μέσα στα φαινόμενα που υφίστανται και τον περιβάλλουν, τα ορατά και τα αόρατα, τα αισθητά και τα νοητά. Ουσιαστικά η φιλοσοφία είναι η πρώτη μορφή επιστήμης που έχουμε ως προς την βαθύτερη και εκλεπτυσμένη αναζήτηση του φαινομένου της ζωής.
Αυτό είναι το περίγραμμα και η διαδρομή ανάδυσης των διαφόρων λαοτήτων κατά τόπους και ανά τους αιώνες. Και όλοι έχουν μία κοινή βάση και έναν κοινό παρονομαστή: την Λαογραφία και την Ιστορία, τα οποία ανήκουν στην λαϊκή μούσα και στην λαϊκή παράδοση, οι οποίες ανέπτυξαν πολιτισμό και ιστορία και μας διέσωσαν αυτά που έχουμε μέχρι σήμερα. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αναδύθηκαν και τα Νάματα Βοίου-Ασκίου Κοζάνης, έτσι αναδύθηκε και ο Πελεκάνος και όλα τα άλλα χωριά του Βοίου που μας περιτριγυρίζουν. Για να κάνω πιο εύκολη την παρακολούθηση της μικρής συνέχειας και με αυτό θα ολοκληρώσω, διάλεξα μια πτυχή από τα Νάματα που προσιδιάζει ως προσομοίωση και στο αγαπητό γειτονικό μας χωριό Πελεκάνος.
Τα ΝΑΜΑΤΑ, λοιπόν, είναι ένα ορεινό και όμορφο μακεδονικό χωριό. Βρίσκεται στον Δήμο Βοίου του Ν. Κοζάνης στο ΒΑ της μέρος και στη Δημοτική Ενότητα Ασκίου. Είναι το ψηλότερο χωριό της Επαρχίας και του Δήμου Βοίου με κατώτερο υψόμετρο οικιστικού ιστού 1.140 μ. (η εισοδική κάτω κεντρική πλατεία του χωριού) και ανώτερο υψόμετρο 1.250 μ. (τα τελευταία σπίτια του χωριού). Είναι κτισμένο στις παρυφές του Άσκιου, αλλιώς Συνιάτσικου, με ύψος κορυφής 2111 μ., και σκαρφαλωμένο στις καταπράσινες και δασωμένες από οξιά πλαγιές του βουνού. Η απόκρυφη τοποθεσία του χωριού, εξ αιτίας της διαμορφώσεως του εδάφους, και η έλλειψη των απαραίτητων ιστορικών στοιχείων έγιναν ἡ αιτία να μείνει λησμονημένο από την ιστορία και τη δημοσιότητα.
Το χωριό συνορεύει α) προς τον Βορρά με την Βλάστη, β) Νοτιοδυτικά με τον Πελεκάνο, γ) Νοτιοανατολικά με την Γαλατινή και την Εράτυρα και δ) δυτικά με το Σισάνι. Βρίσκεται σε ένα λεκανοπέδιο που περικλείεται Ανατολικά με τον Συνιάτσικο, Νότια με το ύψωμα Λίνος, Νοτιοδυτικά με τη Μαγούλα και Βόρεια με το βουνό του Αη-Λιά. Διασχίζεται δε από τρία κεντρικά ρυάκια που το τριχοτομούν και ενωνόμενα καταλήγουν στον Μύριχο, ο οποίος περνάει δίπλα και από τον Πελεκάνο και είναι παραπόταμος του Αλιάκμονα.
Τα Νάματα, ή Πιπιλίστσα με το παλιό όνομα, είναι χωριό που κτίστηκε περίπου το 1679 με 1700, δηλαδή πριν 350 χρόνια περίπου. Η καταγωγή των κατοίκων είναι κατά κύριο όγκο από την Μεσαία και Βόρειο Ήπειρο. Οι Ηπειρώτες (Μολοσσοί δωρικής καταγωγής) – όπως γνωρίζουμε από την Ιστορία – δέχονταν σφοδρές επιδρομές από τούς Τουρκαλβανούς. Και επειδή μερικοί κάτοικοι διαφόρων χωριών δεν μπορούσαν να υπομείνουν τους βιασμούς και τους εξαναγκασμούς, αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε άλλα ασφαλέστερα μέρη, παίρνοντας μαζί τους τα ποίμνια και όλο τους το βιος τους. Οι κάτοικοι δεν είναι από μια και μόνον περιοχή. Είναι από διάφορα χωριά, όπως είναι η Μοσχόπολη, η Πυρσόγιαννη, η Φούρκα, το Επταχώρι, η Αετομηλίτσα, η Σαμαρίνα, το Πολυνέρι, κ.λπ. Έτσι, σαν νομάδες κυνηγημένοι ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των Ναμάτων «Πιπιλίστσας», όχι όμως στην σημερινή τοποθεσία όπου βρίσκεται σήμερα το χωριό, αλλά 1.500 περίπου μέτρα βορειότερα.
Οι πρώτοι κάτοικοι, που διάλεξαν σαν καταφύγιο τα ριζώματα του Συνιάτσικου, κατέφυγαν στην περιοχή που σήμερα λέγεται «Ασπρόχωμα», μέσα στις πυκνόφυτες οξιές ΒΑ του σημερινού χωριού. Εκεί έφτιαξαν τις καλύβες τους και μικρά πετρόκτιστα σπίτια, για να εγκατασταθούν όπως-όπως. Όλος αυτός ο εποικισμός μαζί με προϋπάρχοντες μικρο-οικισμούς αποτέλεσαν ένα χωριουδάκι, που η παράδοση μάς διέσωσε και το όνομά του· «Κιουτσούκ (=μικρή) Πιπιλίστσα». Η εγκατάσταση αυτή επιβεβαιώνεται, εκτός από την ύπαρξη λειψάνων αυτού του συνοικισμού, που πρόλαβαν οι παππούδες μας, και από την μετάθεση των συνόρων μεταξύ Βλάστης-Πιπιλίστσας προς τη δεύτερη. Οι συνθήκες διαβιώσεως για εκείνους τους ανθρώπους ήταν εντελώς ανυπόφορες τον χειμώνα, λόγω της βορεινής τοποθεσίας και των πολλών χιονιών και παγετώνων. Βέβαια, η λευτεριά έστω και με κακουχίες ήταν γλυκύτερη από τη σκλαβιά και τις καταπιέσεις των Οθωμανών Τούρκων. Γι’ αυτό πάλευαν κυριολεκτικά με τις καιρικές συνθήκες μέχρι να βρουν έναν καλύτερο τόπο, για να εγκατασταθούν μόνιμα. Πόσο έμειναν εκεί δεν ξέρουμε· πάντως όχι πολλά χρόνια. Αμέσως, όμως, προσδιόρισαν τον κατάλληλο και απόκρυφο τόπο που τους ταίριαζε. Και ο τόπος που ζητούσαν βρισκόταν προς τα νότια, αλλά ήταν κάτω από τη δικαιοδοσία του μπέη Ζούλφου του χωριού Δομαβίστι (Φλαμουριά). Κατέφυγαν σε αυτόν και αφού τού εξέθεσαν το πρόβλημά τους, ζήτησαν να τους παραχωρήσει τον τόπο αντί ποσού λιρών που διακανόνισαν. Αφού, λοιπόν, έγιναν οι απαραίτητες νομικές διαδικασίες, οι Πιπιλισταίοι άφησαν την «Κιουτσούκ Πιπιλίστσα» και εγκαταστάθηκαν στη νέα τοποθεσία, όπου ανοικοδόμησαν πολύ σύντομα το νέο ενιαίο χωριό, την Πιπιλίστσα. Το 1928 η Πιπιλίστα έλαβε το ελληνικό όνομα Νάματα, που πήρε την ονομασία αυτήν από την ύπαρξη άφθονων υδάτων.
Τα Νάματα, ήδη στα 1800, είναι πλέον ένα οργανωμένο χωριό. Βέβαια, όπως είναι το χωριό σήμερα έχει δύο μαχαλάδες· τον εδώθε (το βόρειο τμήμα) και τον πέρα μαχαλά (το νότιο τμήμα). Ο εδώθε μαχαλάς είναι και ο αρχαιότερος συνοικισμός. Αυτό το μαρτυρούν: α) ο πέρα μαχαλάς που άρχισε να ανοικοδομείται από τα μέσα του περασμένου αιώνα (19ου αι.) και β) η Εκκλησία, το Σχολείο, το Κοινοτικό Γραφείο και η κεντρική Πλατεία (το Αλάνι), που βρίσκονται συγκεντρωμένα στον εδώθε μαχαλά. Συνεπώς, τα Νάματα του 1800 ταυτίζονται τοπικά με τον εδώθε μαχαλά του σήμερα. Μόνον, το νεκροταφείο βρισκόταν στις πλαγιές της Μαγούλας, στον Τσέρο, αλλά τον χειμώνα το απέκλειαν οι πολλές χιονοπτώσεις, και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να το μεταφέρουν στη σημερινή τοποθεσία δίπλα στην εκκλησιά του Αη-Νικόλα.
Όταν οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν οριστικά και έχτισαν τα σπίτια τους, φρόντισαν να χτίσουν και την εκκλησία. Οι Μοσχοπολίτες συνετέλεσαν κυρίως στην ανοικοδόμηση της εκκλησίας, που ήταν – όπως και στη Μοσχόπολη – ο Άγιος Νικόλαος, ο πρώτος ναός της Πιπιλίστας (ο σημερινός είναι χρονολογικά ο 3ος), στον οποίο τοποθέτησαν την εικόνα του Αη-Νικόλα, που έφεραν μαζί τους από την Μοσχόπολη στα 1769.
Στην πλατεία του χωριού είναι το 2/τάξιον Σχολείο. Κατ’ αρχάς δεν υπήρχε Σχολείο και τα παιδιά που ήθελαν να μάθουν λίγα γράμματα πήγαιναν σε σχολεία γειτονικών χωριών. Μια εξέχουσα προσωπικότητα εκείνης της εποχής ο Ιερέας Θωμάς (Σιώμος) Παπαθωμάς (1819-1893), γέννημα θρέμμα των Ναμάτων, έβαλε τα πρώτα λιθαράκια για την ίδρυση αργότερα του δημοτικού σχολείου σε οικόπεδο της οικογένειας Παπαθωμά. Ο ίδιος φοιτούσε στην ΚΠολη αμέσως μόλις είχε λήξει η επανάσταση του ᾿21. Στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα τα γεγονότα ήταν ακόμα νωπά. Αυτό το γεγονός φλόγιζε την προσδοκία για τον ερχομό της λευτεριάς και στη Μακεδονία. Γι’ αυτό, όταν ήρθε σαν δάσκαλος στο χωριό, γαλούχησε τα παιδιά της Πιπιλίστας με τα ιερά νάματα της πίστεως και τον πόθο της λευτεριάς. Μάθαινε στα παιδιά γράμματα αρχικά σε χαγιάτι κάποιου αρχοντόσπιτου του χωριού (πιθανότατα του σπιτιού του) ή στον περίστυλο νάρθηκα της εκκλησιάς του Αη-Νικόλα και αργότερα σε ένα μικρό κτίριο, που κτίστηκε, από ό,τι μας διατήρησε η συλλογική οικογενειακή μνήμη, από τον ίδιο για τον σκοπό αυτό σε μία γωνιά της αυλής του σπιτιού τους και αποτέλεσε το πρώτο τμήμα του Σχολείου (εισερχόμενοι από την είσοδο, η δεξιά αίθουσα), που υπάρχει σήμερα στα Νάματα.
Οι ασχολίες των κατοίκων της νέας Πιπιλίστας ήταν κυρίως η γεωργο-κτηνοτροφία. Αν εξαιρέσουμε την κτηνοτροφία που ευδοκιμούσε, τα άλλα, η γεωργία, η δασική εκμετάλλευση, βρίσκονταν σε χαμηλότερο επίπεδο. Διάνοιξαν χωράφια και άρχισαν να καλλιεργούν ό,τι ευδοκιμούσε στην πετρώδη περιοχή. Γύρω από τα τρία ρυάκια του χωριού ήταν οι κήποι ή τα λιβάδια, που καλλιεργούνταν κατά το πλείστον με φασόλια, καλαμπόκι, πατάτες, τριφύλλι και σιτηρά. Τα λίγα χωράφια ή τα λιβάδια τα καλλιεργούσαν με το Ησιόδειο άροτρο, και το σιδεράροτρο συρόμενο πάντοτε από μεγάλα ζώα, όπως αναφέρει σε ένα άρθρο του, το 1952 ο Σελτσιώτης Ιωάννης Στρέμπας, ο οποίος διετέλεσε δάσκαλος στα Νάματα. Και συνεχίζοντας λέειΗ παραγωγή σε γεωργικά είδη δεν επαρκούσε για την συντήρησή τους, για αυτό αναγκάζονταν να προμηθευθούν από άλλες περιφέρειες.
Πολύ λίγοι επαγγέλλονταν τον ράπτη εντόπιων ενδυμασιών, κατασκεύαζαν δηλαδή καμπινίτσες - κάπες - μαλλιότα, μάλλινες ενδυμασίες ανδρών. Με άλλες τέχνες δεν καταγίνονταν. Οι γυναίκες ήταν τέλειες υφάντριες στον αργαλειό.
Εκείνο που κάπως επικερδέστερα και με πρωτόγονη μέθοδο εκμεταλλεύονταν ήταν η κτηνοτροφία. Αν δεν ευδοκιμούσε και η κτηνοτροφία, τότε σε αυτά τα μέρη δεν θα υπήρχε ζωή. Τα περισσότερα προϊόντα του τόπου ήταν κτηνοτροφικά και ελάχιστα γεωργικά. Διάλεξαν βοσκοτόπια, για να βόσκουν τα γιδοπρόβατα και τα γελάδια τους, που σε περίοδο ακμής του χωριού τα πρώτα έφτασαν μέχρι 45-50.000, ενώ τα γελάδια ανέρχονταν σε 130-150 κεφάλια. Το παιδί, μόλις αποφοιτούσε από το Δημοτικό Σχολείο, ακολουθούσε συνήθως την εργασία του πατέρα του. Στην αρχή βοσκούσε τα πρόβατα, τα βόδια, τις αγελάδες. Αργότερα, όταν μεγάλωνε, αποκτούσε το επάγγελμα του κτηνοτρόφου, οπότε κρατούσε στα χέρια το σύμβολο, δηλαδή την γκλίτσα. Τα κτηνοτροφικά προϊόντα ήταν το γάλα, το τυρί, ο μπάτζιος, το βούτυρο, το μανούρι, το κεφαλοτύρι, το κασέρι, τα κρέατα, τα μαλλιά. Ξακουστά και περιζήτητα ήταν τα μανούρια των Ναμάτων. Για την ποιότητά τους είχαν βραβευθεί στο παρελθόν στην Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης, όπως η Εράτυρα για τον καπνό και το Σισάνι για τα φασόλια.
Η διατροφή ήταν κατά το πλείστον πλούσια σε θρεπτικές ουσίες, αλλά μεταχειρίζονταν πάντοτε στερεότυπες και παλιές μεθόδους παρασκευής φαγητών και λοιπών ειδών. Η νέα και πλούσια ποικιλία μαγειρικής και φαγητών, ίσως σε πολλούς να ήταν άγνωστη. Οι άμεσες ανάγκες σε τρόφιμα εξυπηρετούνταν από δύο ατελέστατα παντοπωλεία του χωριού ή από διάφορα παντοπωλεία μεγαλυτέρων πόλεων.
Σύμφωνα με τον δημοδιδάσκαλο Ιωάννη Στρέμπα, το περιβάλλον του τόπου την άνοιξη και το καλοκαίρι είναι πράσινο. Τότε η φύση δείχνει την μεγαλύτερη ομορφιά και σκορπίζει ευωδιά στον επισκέπτη που νομίζει πως βρίσκεται σε όαση. Το φθινόπωρο χάνει το πράσινο χρώμα και παίρνει την πένθιμη όψη. Η φύση του τόπου είναι απεριποίητη. Αν ήταν περιποιημένη, θα ήταν καλύτερη και αυτής της Ελβετίας, και το χωριό θα έμοιαζε σαν ένα μικρό Παρίσι.
Το χωριό, όμως, στο πέρασμα του χρόνου άρχισε να έχει πτωτική πορεία. Με στοιχεία απογραφής του 1955 το χωριό έχει Δημοτικό Σχολείο και αριθμεί 532 κατοίκους. Ήδη κατά την κατοχή, οι Γερμανοί είχαν καταστρέψει ολοσχερώς 35 εκ των 80 κατοικιών του χωριού.
Με στοιχεία του 1971, μόλις 20 χρόνια μετά, βάσει της τότε απογραφής, στο χωριό υπάρχει μια οικογένεια και τέσσερις κάτοικοι. Δεν υπάρχει δημοτικό σχολείο, γιατί καταργήθηκε το 1968. Δεν υπάρχει οδικό δίκτυο, δεν υπάρχει φως και δίκτυο υδροδοτήσεως. Τι υπάρχει; Πλήρης απομόνωση και διαρκής τάση προς αφανισμό. Υπάρχει η οικογένεια του κτηνοτρόφου Κων/νου Παπαθωμά, η οικογένεια του νεαρού τότε Δημήτριου Παπαθωμά, προέδρου της σημερινής Κοινότητας Ναμάτων, που πάει κόντρα στα στοιχεία της φύσης, «σπάζοντας» τη μονοτονία της ερημιάς, παρέα με τα πεινασμένα αγρίμια (λύκους, τσακάλια, αλεπούδες). Περνούν από το 1971 άλλα τρία χρόνια. Έρχεται το 1974, ἡ μεταπολίτευση. Στις εκλογές που ακολουθούν εκλέγεται πρόεδρος ο Μιχάλης Γκάνας, με ένα συμβούλιο, που ομόψυχα ξεκινάει να ανορθώσει το χωριό με μια βαθιά νοσταλγία για αναμόρφωση του τόπου και για δημιουργία ρεύματος παλιννόστησης.
Ό,τι γινόταν στα Νάματα, είχε πάντα τη σφραγίδα της επιτυχίας σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, και αυτό οφειλόταν στη θαυμαστή σύμπνοια του κόσμου, που εξασφάλιζε μία πετυχημένη ομαδική έκφραση στην αντιμετώπιση όλων των φυσιολογικών ανθρώπινων εκφράσεων της ζωής. Σε αυτή τη βάση τα Νάματα ξεπερνούσαν εύκολα τις δοκιμασίες της ζωής και έβγαιναν σώα και ακέραια μετά από αυτή…
Με αυτή τη νοοτροπία και τη σκέψη οι κάτοικοι του χωριού προχώρησαν σε γερά δημιουργικά χνάρια και προσπάθησαν να αναβιώσουν εκείνους τούς παλιούς καιρούς, όπου η τίμια εργασία των ανθρώπων του χωριού στην έντονη συνειδητοποίησή του γινόταν τραγούδι, γλέντι, χορός, χαμόγελο και αισιοδοξία και έκφραση και πίστη ακράδαντη, πως και από δω και πέρα η πορεία του χωριού θα έχει πάντα άνοδο…

Αναστασία Παπαθωμά