Γρήγορη Ενημέρωση



Νέα διοίκηση του συλλόγου ΦΙΛΟΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΝΑΜΑΤΙΑΝΩΝ Ο "ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ" με εκλεγέντα Πρόεδρο τον Αχιλλέα Τσιάρα
περισσότερα


Εκκίνηση 12ου Ορεινού Αγώνα Ναμάτων (11.8.2019)
περισσότερα

Στις 9.30 η εκκίνηση του 12ου Ορεινού αγώνα Ναμάτων με πληθώρα προσέλευση αθλητών από όλη την Ελλάδα......
περισσότερα

Αλλαγή σκυτάλης στην Προεδρία της Κοινότητας Ναμάτων με τον Κο Γιώργο Χαλδούπη στο τιμόνι
περισσότερα


                          

Respect

Σε όλους αυτούς που με τα έργα και τις πράξεις τους προσφέρουν σ αυτόν τον τόπο ........

περισσότερα


12ος Ορεινός Αγώνας Ναμάτων (11.8.2019)

Ο Δήμος Βοΐου-Δημοτική Ενότητα Ασκίου-Τοπική Κοινότητα Ναμάτων και η Φιλοπροοδευτική Ένωση Ναμάτων "Ο Άγιος Νικόλαος", διοργανώνουν.....
περισσότερα


Μετά από 5 σχεδόν χρόνια το νερό ξανάτρεξε άφθονο στο πηγάδι της Πλάκας.

Με συντονισμένες ενέργειες του κοινοτάρχη και του Δήμου Βοΐου αποκαταστάθηκε .........


περισσότερα



Βιβλιοπαρουσίαση
"Ναματιανές ντοπιολαλιές και δοξασίες στα Νάματα Βοΐου - Κοζάνης" στα πλαίσια των γιορτών Πέλεκον της Αναστασίας Παπαθωμά
περισσότερα


Ισοψηφία για τους δύο υποψήφιους προέδρους της κοινότητας Ναμάτων. Μοιράστηκαν ψήφους ενώ υπήρξαν......
περισσότερα


Δύο υποψηφιότητες για την Προεδρία της Κοινότητας
Ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες για...
περισσότερα


Άλμπουμ 9
2019 Φώτο άλμπουμ Κοπή Βασιλόπιτας στην κοινότητα Ναμάτων




Πελεκάνος, 23-6-2018
Γένεση και ανάδυση της ιστορικής ζωής στα Νάματα Κοζάνης
Αγαπητοί συντοπίτες Βοϊώτες, καλησπέρα σας,
Είμαι γειτόνισσα κοντοχωριανή, καταγόμενη από τα γειτονικά ορεσίβια Νάματα, την αλλοτινή Πιπιλίστσα. Ευχαριστώ τους οργανωτές από τα μύχια της καρδιάς μου για την πρόσκληση να συμμετάσχω στις ενιαύσιες Γιορτές Πέλεκον, και κυρίως την κ. Θεοδώρα Λειψιστινού, την οποία εκτιμώ για τον αυθορμητισμό του χαρακτήρα και το ήθος της και τη συγχαίρω για το αξιόλογο έργο προβολής της γενέθλιας γης και για τις δράσεις της.
Ευχαριστίες πολλές, επίσης, εκφράζω στους συγχωριανούς μου, για τη βοήθεια της συγκέντρωσης του φωτογραφικού υλικού από τα Νάματα, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται κάτω από τις φωτογραφίες τους.
Έχει σημασία στον λόγο συνάντησής μας να δούμε πώς αποτυπώνεται σε μνήμη και σε χαρτί το γίγνεσθαι του κάθε χωριού και της κάθε περιοχής. Αυτό δεν είναι κάτι που το ανακαλύπτουμε εμείς σήμερα. Μας το είπε ήδη ο Μακεδόνας φιλόσοφος Αριστοτέλης και δάσκαλος του Μ. Αλεξάνδρου, ως περίγραμμα, επειδή ο ίδιος πρώτος το είχε επισημάνει. Να πάρουμε, όμως, τα πράγματα με την σειρά.
Όταν δημιουργήθηκε η ρήξη της κοινωνίας ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, ο άνθρωπος ξεκίνησε μία δική του αυτόνομη πορεία, μία πορεία δυναμικής αυτονόμησης, η οποία τον κράτησε μακριά από τον Θεό. Είναι κάτι που εμείς το γνωρίζουμε ήδη περιγραφικά από την Παλαιά Διαθήκη. Ο άνθρωπος, δηλαδή, άρχισε να αναπτύσσει τη ζωή του μόνος του και μακριά από την κοινωνία του με τον Θεό.
Αυτά μας τα περιγράφει η Παλαιά Διαθήκη, και μάλιστα το πρώτο βιβλίο της Γενέσεως. Όταν άρχισε στη συνέχεια να αναπτύσσεται η ανθρωπότητα, παρατηρούμε κάτι το οποίο είναι πολύ εντυπωσιακό: Ότι η ανθρωπότητα αυτή κράτησε στη μνήμη της όλη αυτήν την ενθύμηση κοινωνίας με τον Θεό και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να την επανακτήσει. Είναι σαφές ότι ο άνθρωπος έκανε άπειρες προσπάθειες σε αυτήν την κατεύθυνση. Και ξεκίνησε από ένα επίπεδο αναζήτησης πολύ χαμηλό και στην συνέχεια άρχισε αυτό το επίπεδο σιγά-σιγά να διευρύνεται και να αναπτύσσεται.
Τι σημαίνει αυτό; Η πορεία αναζήτησης του Θεού εκ μέρους ολάκερης της ανθρωπότητας πέρασε από τέσσερα επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο αναζήτησης του Θεού περνά από αυτήν που εκδηλώνεται στην ανθρώπινη καθημερινότητα, από την Λαογραφία. Το δεύτερο επίπεδο αναζήτησης του Θεού περνά από την Ιστορία. Το τρίτο επίπεδο φανερώνεται με την Λογοτεχνία. Και το τέταρτο και ανώτατο επίπεδο καταλήγει και περνά μέσα από την Φιλοσοφία. Αυτήν την κλίμακα μας προβάλλει ο Αριστοτέλης.
Επίπεδα πολιτισμικής εξέλιξης και ανάπτυξης
1. Λαογραφία
2. Ιστορία
3. Λογοτεχνία
4. Φιλοσοφία
Πράγματι, εάν παρατηρήσουμε τους λαούς σε όλη την ανθρωπότητα – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – έχουν όλοι, μα όλοι, αναπτύξει Λαογραφία. Και μέσα στην λαογραφία τους ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με θέματα τα οποία δεν μπόρεσαν ποτέ να απαντήσουν και να κατακτήσουν. Μία τέτοια περίπτωση είναι το να εξηγήσουν την προέλευση του ανθρώπου, την δημιουργία του και την γέννησή του, και κυρίως να ερμηνεύσουν και να αντιμετωπίσουν στην συνέχεια τον θάνατο. Δηλ., με άλλα λόγια, την αρχή και το τέλος της ζωής. Γι’ αυτό και βλέπουμε ότι ο κύριος άξονας όλης της λαογραφικής παραγωγής που έχουμε σε όλους τους λαούς περιστρέφεται γύρω από αυτά τα δύο θέματα: την αρχή της ζωής (γέννηση) και το τέλος της ζωής (θάνατο), καθώς τα ενδιάμεσα περιγράφονται ευκολώτερα, γιατί σχετίζονται με την συμβατότητα της ζωής.
Μετά ακολουθεί ένα δεύτερο επίπεδο: η Ιστορία. Πράγματι, μόλις άρχισε η ανθρωπότητα να αναπτύσσεται, μη μπορώντας να ενατενίσει το μέλλον ή, ακόμη, και για να ενατενίσει το μέλλον, άρχισε σιγά-σιγά να καταγράφει το παρελθόν. Γι’ αυτό και μετά την Λαογραφία στην ανθρωπότητα εμφανίζεται η ανάπτυξη της Ιστοριογραφίας και της Ιστορίας. Αυτό σημαίνει ότι μόλις άρχισε η ανθρωπότητα να συνειδητοποιεί και οι ανθρώπινες κοινωνίες να αντιλαμβάνονται τι είναι και τι κάνουν, τότε άρχισαν να κάνουν καταγραφή γεγονότων που προηγήθηκαν από αυτούς, προσπαθώντας να αντλούν συμπεράσματα από το παρελθόν, για να ενατενίσουν το μέλλον. Συνεπώς, πολύ γρήγορα, μετά τη Λαογραφία, περάσαμε σε ένα δεύτερο ανώτερο δημιουργικά επίπεδο. Κάτι που δείχνει, ότι η ανθρωπότητα αρχίζει να ωριμάζει, να καλλιεργείται και να ψάχνει να βρει τρόπους διείσδυσης στα σκαιά μέρη και τα απόσκια της ιστορικής ζωής.
Ακολουθεί το τρίτο επίπεδο που είναι η Λογοτεχνία. Πριν περάσω, όμως, στην Λογοτεχνία, να επισημάνω το εξής: Όλοι οι λαοί, είτε είχαν ανεπτυγμένο είτε είχαν χαμηλό επίπεδο πολιτισμού, όλοι ανέπτυξαν λαογραφία. Μετά, μόνον κάποιοι από αυτούς που ήταν κάπως πιο ανεπτυγμένοι, και όχι όλοι, ανέπτυξαν Ιστορία και Ιστοριογραφία.
Το τρίτο επίπεδο, λοιπόν, το οποίο το βρίσκουμε σε ανώτερη βαθμίδα ανθρώπινου πολιτισμού, είναι η Λογοτεχνία. Η Λογοτεχνία είναι εκείνο το βήμα που κάνει η ανθρωπότητα μετά την Ιστορία, για να μπορέσει να εξηγήσει μερικά πράγματα, τα οποία δεν του παρέχει ως δεδομένα η Ιστορία. Με τις διάφορες μορφές Λογοτεχνίας ο άνθρωπος προσπαθεί να διεισδύσει μέσα στην κατάσταση, στην οποία βρίσκεται (για παράδειγμα την περιγραφική λογοτεχνία, η οποία προσιδιάζει με την ιστορία). Γι’ αυτό και κάνει το εξής: Προβάλλει μέσα στην Λογοτεχνία, εκτός από τα ιστορικά γεγονότα που παραθέτει, και θέματα αναζητήσεων, όπως είναι η ποίηση, οι νουβέλες και το φανταστικό είδος στη λογοτεχνία. Με αυτόν τον τρόπο, για να μην επιμηκύνουμε πολύ τον λόγο, ο άνθρωπος προχώρησε σε συνθέσεις, που αποτελούν το πορθμείο περάσματος στο επόμενο επίπεδο.
Έτσι, με αυτή την πολύμορφη αναζήτηση περνάει ο άνθρωπος στην Φιλοσοφία. Είναι το τέταρτο επίπεδο, στο οποίο ο άνθρωπος μπόρεσε επίσης να δημιουργήσει νέα πράγματα, να δημιουργήσει οραματισμούς και να διεισδύσει σε αυτούς. Όμως, η Φιλοσοφία χαρακτηρίζει ένα επίπεδο πολιτισμού και ένα επίπεδο λαού αρκετά ανεπτυγμένο. Όλοι οι λαοί, μηδενός εξαιρουμένου, ανέπτυξαν αυτό που βλέπουμε στο φολκλόρ, την Λαογραφία. Πολλοί λιγότεροι ανέπτυξαν Ιστορία και ακόμα πιο λίγοι Λογοτεχνία και βέβαια ακόμη λιγότεροι Φιλοσοφία. (Όπως για παράδειγμα Έλληνες, Λατίνοι, Κινέζοι).
Φτάνουμε, λοιπόν, στην Φιλοσοφία. Ο άνθρωπος μέσα από την Φιλοσοφία προσπάθησε να δώσει ερμηνεία στα γεγονότα, από πού προήλθε ο άνθρωπος και προς τα πού κατατείνει. Προσπάθησε να δώσει απαντήσεις για όλα τα φαινόμενα που τον περιέβαλαν. Αυτό ήταν η Φιλοσοφία: Ένας πόθος και μία προσπάθεια διείσδυσης μέσα στα φαινόμενα που υφίστανται και τον περιβάλλουν, τα ορατά και τα αόρατα, τα αισθητά και τα νοητά. Ουσιαστικά η φιλοσοφία είναι η πρώτη μορφή επιστήμης που έχουμε ως προς την βαθύτερη και εκλεπτυσμένη αναζήτηση του φαινομένου της ζωής.
Αυτό είναι το περίγραμμα και η διαδρομή ανάδυσης των διαφόρων λαοτήτων κατά τόπους και ανά τους αιώνες. Και όλοι έχουν μία κοινή βάση και έναν κοινό παρονομαστή: την Λαογραφία και την Ιστορία, τα οποία ανήκουν στην λαϊκή μούσα και στην λαϊκή παράδοση, οι οποίες ανέπτυξαν πολιτισμό και ιστορία και μας διέσωσαν αυτά που έχουμε μέχρι σήμερα. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αναδύθηκαν και τα Νάματα Βοίου-Ασκίου Κοζάνης, έτσι αναδύθηκε και ο Πελεκάνος και όλα τα άλλα χωριά του Βοίου που μας περιτριγυρίζουν. Για να κάνω πιο εύκολη την παρακολούθηση της μικρής συνέχειας και με αυτό θα ολοκληρώσω, διάλεξα μια πτυχή από τα Νάματα που προσιδιάζει ως προσομοίωση και στο αγαπητό γειτονικό μας χωριό Πελεκάνος.
Τα ΝΑΜΑΤΑ, λοιπόν, είναι ένα ορεινό και όμορφο μακεδονικό χωριό. Βρίσκεται στον Δήμο Βοίου του Ν. Κοζάνης στο ΒΑ της μέρος και στη Δημοτική Ενότητα Ασκίου. Είναι το ψηλότερο χωριό της Επαρχίας και του Δήμου Βοίου με κατώτερο υψόμετρο οικιστικού ιστού 1.140 μ. (η εισοδική κάτω κεντρική πλατεία του χωριού) και ανώτερο υψόμετρο 1.250 μ. (τα τελευταία σπίτια του χωριού). Είναι κτισμένο στις παρυφές του Άσκιου, αλλιώς Συνιάτσικου, με ύψος κορυφής 2111 μ., και σκαρφαλωμένο στις καταπράσινες και δασωμένες από οξιά πλαγιές του βουνού. Η απόκρυφη τοποθεσία του χωριού, εξ αιτίας της διαμορφώσεως του εδάφους, και η έλλειψη των απαραίτητων ιστορικών στοιχείων έγιναν ἡ αιτία να μείνει λησμονημένο από την ιστορία και τη δημοσιότητα.
Το χωριό συνορεύει α) προς τον Βορρά με την Βλάστη, β) Νοτιοδυτικά με τον Πελεκάνο, γ) Νοτιοανατολικά με την Γαλατινή και την Εράτυρα και δ) δυτικά με το Σισάνι. Βρίσκεται σε ένα λεκανοπέδιο που περικλείεται Ανατολικά με τον Συνιάτσικο, Νότια με το ύψωμα Λίνος, Νοτιοδυτικά με τη Μαγούλα και Βόρεια με το βουνό του Αη-Λιά. Διασχίζεται δε από τρία κεντρικά ρυάκια που το τριχοτομούν και ενωνόμενα καταλήγουν στον Μύριχο, ο οποίος περνάει δίπλα και από τον Πελεκάνο και είναι παραπόταμος του Αλιάκμονα.
Τα Νάματα, ή Πιπιλίστσα με το παλιό όνομα, είναι χωριό που κτίστηκε περίπου το 1679 με 1700, δηλαδή πριν 350 χρόνια περίπου. Η καταγωγή των κατοίκων είναι κατά κύριο όγκο από την Μεσαία και Βόρειο Ήπειρο. Οι Ηπειρώτες (Μολοσσοί δωρικής καταγωγής) – όπως γνωρίζουμε από την Ιστορία – δέχονταν σφοδρές επιδρομές από τούς Τουρκαλβανούς. Και επειδή μερικοί κάτοικοι διαφόρων χωριών δεν μπορούσαν να υπομείνουν τους βιασμούς και τους εξαναγκασμούς, αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε άλλα ασφαλέστερα μέρη, παίρνοντας μαζί τους τα ποίμνια και όλο τους το βιος τους. Οι κάτοικοι δεν είναι από μια και μόνον περιοχή. Είναι από διάφορα χωριά, όπως είναι η Μοσχόπολη, η Πυρσόγιαννη, η Φούρκα, το Επταχώρι, η Αετομηλίτσα, η Σαμαρίνα, το Πολυνέρι, κ.λπ. Έτσι, σαν νομάδες κυνηγημένοι ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των Ναμάτων «Πιπιλίστσας», όχι όμως στην σημερινή τοποθεσία όπου βρίσκεται σήμερα το χωριό, αλλά 1.500 περίπου μέτρα βορειότερα.
Οι πρώτοι κάτοικοι, που διάλεξαν σαν καταφύγιο τα ριζώματα του Συνιάτσικου, κατέφυγαν στην περιοχή που σήμερα λέγεται «Ασπρόχωμα», μέσα στις πυκνόφυτες οξιές ΒΑ του σημερινού χωριού. Εκεί έφτιαξαν τις καλύβες τους και μικρά πετρόκτιστα σπίτια, για να εγκατασταθούν όπως-όπως. Όλος αυτός ο εποικισμός μαζί με προϋπάρχοντες μικρο-οικισμούς αποτέλεσαν ένα χωριουδάκι, που η παράδοση μάς διέσωσε και το όνομά του· «Κιουτσούκ (=μικρή) Πιπιλίστσα». Η εγκατάσταση αυτή επιβεβαιώνεται, εκτός από την ύπαρξη λειψάνων αυτού του συνοικισμού, που πρόλαβαν οι παππούδες μας, και από την μετάθεση των συνόρων μεταξύ Βλάστης-Πιπιλίστσας προς τη δεύτερη. Οι συνθήκες διαβιώσεως για εκείνους τους ανθρώπους ήταν εντελώς ανυπόφορες τον χειμώνα, λόγω της βορεινής τοποθεσίας και των πολλών χιονιών και παγετώνων. Βέβαια, η λευτεριά έστω και με κακουχίες ήταν γλυκύτερη από τη σκλαβιά και τις καταπιέσεις των Οθωμανών Τούρκων. Γι’ αυτό πάλευαν κυριολεκτικά με τις καιρικές συνθήκες μέχρι να βρουν έναν καλύτερο τόπο, για να εγκατασταθούν μόνιμα. Πόσο έμειναν εκεί δεν ξέρουμε· πάντως όχι πολλά χρόνια. Αμέσως, όμως, προσδιόρισαν τον κατάλληλο και απόκρυφο τόπο που τους ταίριαζε. Και ο τόπος που ζητούσαν βρισκόταν προς τα νότια, αλλά ήταν κάτω από τη δικαιοδοσία του μπέη Ζούλφου του χωριού Δομαβίστι (Φλαμουριά). Κατέφυγαν σε αυτόν και αφού τού εξέθεσαν το πρόβλημά τους, ζήτησαν να τους παραχωρήσει τον τόπο αντί ποσού λιρών που διακανόνισαν. Αφού, λοιπόν, έγιναν οι απαραίτητες νομικές διαδικασίες, οι Πιπιλισταίοι άφησαν την «Κιουτσούκ Πιπιλίστσα» και εγκαταστάθηκαν στη νέα τοποθεσία, όπου ανοικοδόμησαν πολύ σύντομα το νέο ενιαίο χωριό, την Πιπιλίστσα. Το 1928 η Πιπιλίστα έλαβε το ελληνικό όνομα Νάματα, που πήρε την ονομασία αυτήν από την ύπαρξη άφθονων υδάτων.
Τα Νάματα, ήδη στα 1800, είναι πλέον ένα οργανωμένο χωριό. Βέβαια, όπως είναι το χωριό σήμερα έχει δύο μαχαλάδες· τον εδώθε (το βόρειο τμήμα) και τον πέρα μαχαλά (το νότιο τμήμα). Ο εδώθε μαχαλάς είναι και ο αρχαιότερος συνοικισμός. Αυτό το μαρτυρούν: α) ο πέρα μαχαλάς που άρχισε να ανοικοδομείται από τα μέσα του περασμένου αιώνα (19ου αι.) και β) η Εκκλησία, το Σχολείο, το Κοινοτικό Γραφείο και η κεντρική Πλατεία (το Αλάνι), που βρίσκονται συγκεντρωμένα στον εδώθε μαχαλά. Συνεπώς, τα Νάματα του 1800 ταυτίζονται τοπικά με τον εδώθε μαχαλά του σήμερα. Μόνον, το νεκροταφείο βρισκόταν στις πλαγιές της Μαγούλας, στον Τσέρο, αλλά τον χειμώνα το απέκλειαν οι πολλές χιονοπτώσεις, και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να το μεταφέρουν στη σημερινή τοποθεσία δίπλα στην εκκλησιά του Αη-Νικόλα.
Όταν οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν οριστικά και έχτισαν τα σπίτια τους, φρόντισαν να χτίσουν και την εκκλησία. Οι Μοσχοπολίτες συνετέλεσαν κυρίως στην ανοικοδόμηση της εκκλησίας, που ήταν – όπως και στη Μοσχόπολη – ο Άγιος Νικόλαος, ο πρώτος ναός της Πιπιλίστας (ο σημερινός είναι χρονολογικά ο 3ος), στον οποίο τοποθέτησαν την εικόνα του Αη-Νικόλα, που έφεραν μαζί τους από την Μοσχόπολη στα 1769.
Στην πλατεία του χωριού είναι το 2/τάξιον Σχολείο. Κατ’ αρχάς δεν υπήρχε Σχολείο και τα παιδιά που ήθελαν να μάθουν λίγα γράμματα πήγαιναν σε σχολεία γειτονικών χωριών. Μια εξέχουσα προσωπικότητα εκείνης της εποχής ο Ιερέας Θωμάς (Σιώμος) Παπαθωμάς (1819-1893), γέννημα θρέμμα των Ναμάτων, έβαλε τα πρώτα λιθαράκια για την ίδρυση αργότερα του δημοτικού σχολείου σε οικόπεδο της οικογένειας Παπαθωμά. Ο ίδιος φοιτούσε στην ΚΠολη αμέσως μόλις είχε λήξει η επανάσταση του ᾿21. Στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα τα γεγονότα ήταν ακόμα νωπά. Αυτό το γεγονός φλόγιζε την προσδοκία για τον ερχομό της λευτεριάς και στη Μακεδονία. Γι’ αυτό, όταν ήρθε σαν δάσκαλος στο χωριό, γαλούχησε τα παιδιά της Πιπιλίστας με τα ιερά νάματα της πίστεως και τον πόθο της λευτεριάς. Μάθαινε στα παιδιά γράμματα αρχικά σε χαγιάτι κάποιου αρχοντόσπιτου του χωριού (πιθανότατα του σπιτιού του) ή στον περίστυλο νάρθηκα της εκκλησιάς του Αη-Νικόλα και αργότερα σε ένα μικρό κτίριο, που κτίστηκε, από ό,τι μας διατήρησε η συλλογική οικογενειακή μνήμη, από τον ίδιο για τον σκοπό αυτό σε μία γωνιά της αυλής του σπιτιού τους και αποτέλεσε το πρώτο τμήμα του Σχολείου (εισερχόμενοι από την είσοδο, η δεξιά αίθουσα), που υπάρχει σήμερα στα Νάματα.
Οι ασχολίες των κατοίκων της νέας Πιπιλίστας ήταν κυρίως η γεωργο-κτηνοτροφία. Αν εξαιρέσουμε την κτηνοτροφία που ευδοκιμούσε, τα άλλα, η γεωργία, η δασική εκμετάλλευση, βρίσκονταν σε χαμηλότερο επίπεδο. Διάνοιξαν χωράφια και άρχισαν να καλλιεργούν ό,τι ευδοκιμούσε στην πετρώδη περιοχή. Γύρω από τα τρία ρυάκια του χωριού ήταν οι κήποι ή τα λιβάδια, που καλλιεργούνταν κατά το πλείστον με φασόλια, καλαμπόκι, πατάτες, τριφύλλι και σιτηρά. Τα λίγα χωράφια ή τα λιβάδια τα καλλιεργούσαν με το Ησιόδειο άροτρο, και το σιδεράροτρο συρόμενο πάντοτε από μεγάλα ζώα, όπως αναφέρει σε ένα άρθρο του, το 1952 ο Σελτσιώτης Ιωάννης Στρέμπας, ο οποίος διετέλεσε δάσκαλος στα Νάματα. Και συνεχίζοντας λέειΗ παραγωγή σε γεωργικά είδη δεν επαρκούσε για την συντήρησή τους, για αυτό αναγκάζονταν να προμηθευθούν από άλλες περιφέρειες.
Πολύ λίγοι επαγγέλλονταν τον ράπτη εντόπιων ενδυμασιών, κατασκεύαζαν δηλαδή καμπινίτσες - κάπες - μαλλιότα, μάλλινες ενδυμασίες ανδρών. Με άλλες τέχνες δεν καταγίνονταν. Οι γυναίκες ήταν τέλειες υφάντριες στον αργαλειό.
Εκείνο που κάπως επικερδέστερα και με πρωτόγονη μέθοδο εκμεταλλεύονταν ήταν η κτηνοτροφία. Αν δεν ευδοκιμούσε και η κτηνοτροφία, τότε σε αυτά τα μέρη δεν θα υπήρχε ζωή. Τα περισσότερα προϊόντα του τόπου ήταν κτηνοτροφικά και ελάχιστα γεωργικά. Διάλεξαν βοσκοτόπια, για να βόσκουν τα γιδοπρόβατα και τα γελάδια τους, που σε περίοδο ακμής του χωριού τα πρώτα έφτασαν μέχρι 45-50.000, ενώ τα γελάδια ανέρχονταν σε 130-150 κεφάλια. Το παιδί, μόλις αποφοιτούσε από το Δημοτικό Σχολείο, ακολουθούσε συνήθως την εργασία του πατέρα του. Στην αρχή βοσκούσε τα πρόβατα, τα βόδια, τις αγελάδες. Αργότερα, όταν μεγάλωνε, αποκτούσε το επάγγελμα του κτηνοτρόφου, οπότε κρατούσε στα χέρια το σύμβολο, δηλαδή την γκλίτσα. Τα κτηνοτροφικά προϊόντα ήταν το γάλα, το τυρί, ο μπάτζιος, το βούτυρο, το μανούρι, το κεφαλοτύρι, το κασέρι, τα κρέατα, τα μαλλιά. Ξακουστά και περιζήτητα ήταν τα μανούρια των Ναμάτων. Για την ποιότητά τους είχαν βραβευθεί στο παρελθόν στην Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης, όπως η Εράτυρα για τον καπνό και το Σισάνι για τα φασόλια.
Η διατροφή ήταν κατά το πλείστον πλούσια σε θρεπτικές ουσίες, αλλά μεταχειρίζονταν πάντοτε στερεότυπες και παλιές μεθόδους παρασκευής φαγητών και λοιπών ειδών. Η νέα και πλούσια ποικιλία μαγειρικής και φαγητών, ίσως σε πολλούς να ήταν άγνωστη. Οι άμεσες ανάγκες σε τρόφιμα εξυπηρετούνταν από δύο ατελέστατα παντοπωλεία του χωριού ή από διάφορα παντοπωλεία μεγαλυτέρων πόλεων.
Σύμφωνα με τον δημοδιδάσκαλο Ιωάννη Στρέμπα, το περιβάλλον του τόπου την άνοιξη και το καλοκαίρι είναι πράσινο. Τότε η φύση δείχνει την μεγαλύτερη ομορφιά και σκορπίζει ευωδιά στον επισκέπτη που νομίζει πως βρίσκεται σε όαση. Το φθινόπωρο χάνει το πράσινο χρώμα και παίρνει την πένθιμη όψη. Η φύση του τόπου είναι απεριποίητη. Αν ήταν περιποιημένη, θα ήταν καλύτερη και αυτής της Ελβετίας, και το χωριό θα έμοιαζε σαν ένα μικρό Παρίσι.
Το χωριό, όμως, στο πέρασμα του χρόνου άρχισε να έχει πτωτική πορεία. Με στοιχεία απογραφής του 1955 το χωριό έχει Δημοτικό Σχολείο και αριθμεί 532 κατοίκους. Ήδη κατά την κατοχή, οι Γερμανοί είχαν καταστρέψει ολοσχερώς 35 εκ των 80 κατοικιών του χωριού.
Με στοιχεία του 1971, μόλις 20 χρόνια μετά, βάσει της τότε απογραφής, στο χωριό υπάρχει μια οικογένεια και τέσσερις κάτοικοι. Δεν υπάρχει δημοτικό σχολείο, γιατί καταργήθηκε το 1968. Δεν υπάρχει οδικό δίκτυο, δεν υπάρχει φως και δίκτυο υδροδοτήσεως. Τι υπάρχει; Πλήρης απομόνωση και διαρκής τάση προς αφανισμό. Υπάρχει η οικογένεια του κτηνοτρόφου Κων/νου Παπαθωμά, η οικογένεια του νεαρού τότε Δημήτριου Παπαθωμά, προέδρου της σημερινής Κοινότητας Ναμάτων, που πάει κόντρα στα στοιχεία της φύσης, «σπάζοντας» τη μονοτονία της ερημιάς, παρέα με τα πεινασμένα αγρίμια (λύκους, τσακάλια, αλεπούδες). Περνούν από το 1971 άλλα τρία χρόνια. Έρχεται το 1974, ἡ μεταπολίτευση. Στις εκλογές που ακολουθούν εκλέγεται πρόεδρος ο Μιχάλης Γκάνας, με ένα συμβούλιο, που ομόψυχα ξεκινάει να ανορθώσει το χωριό με μια βαθιά νοσταλγία για αναμόρφωση του τόπου και για δημιουργία ρεύματος παλιννόστησης.
Ό,τι γινόταν στα Νάματα, είχε πάντα τη σφραγίδα της επιτυχίας σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, και αυτό οφειλόταν στη θαυμαστή σύμπνοια του κόσμου, που εξασφάλιζε μία πετυχημένη ομαδική έκφραση στην αντιμετώπιση όλων των φυσιολογικών ανθρώπινων εκφράσεων της ζωής. Σε αυτή τη βάση τα Νάματα ξεπερνούσαν εύκολα τις δοκιμασίες της ζωής και έβγαιναν σώα και ακέραια μετά από αυτή…
Με αυτή τη νοοτροπία και τη σκέψη οι κάτοικοι του χωριού προχώρησαν σε γερά δημιουργικά χνάρια και προσπάθησαν να αναβιώσουν εκείνους τούς παλιούς καιρούς, όπου η τίμια εργασία των ανθρώπων του χωριού στην έντονη συνειδητοποίησή του γινόταν τραγούδι, γλέντι, χορός, χαμόγελο και αισιοδοξία και έκφραση και πίστη ακράδαντη, πως και από δω και πέρα η πορεία του χωριού θα έχει πάντα άνοδο…

Αναστασία Παπαθωμά